Ο Πόλεμος των Χωρικών στη Γερμανία (1524–1525) αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά ιστορικά παραδείγματα της προνεωτερικής ταξικής πάλης στη νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία. Χιλιάδες αγρότες, τεχνίτες και φτωχοί αστοί εξεγέρθηκαν ενάντια στη φεουδαρχική τάξη, ζητώντας κοινωνική δικαιοσύνη, ελευθερία και μεταρρυθμίσεις, σε μια εποχή κατά την οποία το φεουδαρχικό σύστημα αποσυντίθετο υπό την πίεση κοινωνικών, οικονομικών και θρησκευτικών αλλαγών.
Ο Πόλεμος των Χωρικών ήταν μια πρώιμη μορφή ταξικής εξέγερσης – μια σύγκρουση ανάμεσα στην καταπιεσμένη αγροτική τάξη και την κυρίαρχη φεουδαρχική ελίτ. Αν και η εξέγερση απέτυχε στρατιωτικά, άφησε βαθύ αποτύπωμα και σε μεγάλο βαθμό είναι πρόδρομος των μελλοντικών ταξικών αγώνων.
Τα Δώδεκα Άρθρα (γερμανικά: Zwölf Artikel) αποτελούσαν μέρος των αιτημάτων των χωρικών προς την Σουηβική Ένωση κατά τη διάρκεια του Πολέμου των Χωρικών στη Γερμανία το 1525. Θεωρούνται το πρώτο προσχέδιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πολιτικών ελευθεριών στην ηπειρωτική Ευρώπη μετά τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Οι συνελεύσεις κατά τη διαδικασία σύνταξής τους θεωρούνται η πρώτη συντακτική συνέλευση σε γερμανικό έδαφος.
Περιστατικά
Στις 6 Μαρτίου 1525, περίπου 50 εκπρόσωποι των αγροτικών ομάδων της Άνω Σουηβίας (των Baltringer Haufen, Allgäuer Haufen και Haufen της Λίμνης της Κωνσταντίας) συναντήθηκαν στο Memmingen για να συζητήσουν τη κοινή τους στάση απέναντι στη Σουηβική Ένωση. Την επόμενη μέρα, μετά από δύσκολες διαπραγματεύσεις, ανακήρυξαν τη Χριστιανική Ένωση, μια Συνομοσπονδία Αγροτών της Άνω Σουηβίας.
Οι αγρότες συγκεντρώθηκαν ξανά στις 15 και 20 Μαρτίου 1525 στο Memmingen και, μετά από περαιτέρω διαβουλεύσεις, υιοθέτησαν τα Δώδεκα Άρθρα και τη Συνομοσπονδιακή Τάξη (Bundesordnung).
Τα Άρθρα και η Τάξη αποτελούν απλώς παραδείγματα από τα πολλά παρόμοια προγράμματα που αναπτύχθηκαν και δημοσιεύτηκαν κατά τον Πόλεμο των Χωρικών στη Γερμανία. Τα Δώδεκα Άρθρα, ειδικότερα, τυπώθηκαν πάνω από 25.000 φορές μέσα στους επόμενους δύο μήνες — ένας τεράστιος αριθμός για τον 16ο αιώνα. Τα αντίτυπα διαδόθηκαν γρήγορα σε όλη τη Γερμανία. Επειδή τα δύο αυτά κείμενα δεν αναπτύχθηκαν περαιτέρω κατά τη διάρκεια του πολέμου, ορισμένες πηγές αναφέρονται στη συνάντηση του Memmingen ως συντακτική συνέλευση των αγροτών.
Σύνοψη των Δώδεκα Άρθρων (1525)
1. Κάθε πόλη και χωριό έχει το δικαίωμα να εκλέγει και να παύει τον ιεροκήρυκά του, εφόσον αυτός συμπεριφέρεται ανάρμοστα. Ο ιεροκήρυκας οφείλει να κηρύττει το Ευαγγέλιο απλά, ευθεία και καθαρά, χωρίς ανθρώπινες προσθήκες, διότι είναι γραμμένο ότι μπορούμε να φτάσουμε στον Θεό μόνο μέσω της αληθινής πίστης.
2. Οι ιεροκήρυκες θα πληρώνονται από την μεγάλη δεκάτη. Οποιοδήποτε πλεόνασμα θα χρησιμοποιείται για τη βοήθεια των φτωχών του χωριού και για την πληρωμή του πολεμικού φόρου. Η μικρή δεκάτη να καταργηθεί, διότι είναι ανθρώπινη επινόηση, ενώ ο Κύριος, ο Θεός μας, δημιούργησε τα ζώα ελεύθερα για την ανθρωπότητα.
3. Μέχρι τώρα μας φέρονται σαν δουλοπάροικους, κάτι που είναι κατακριτέο, διότι ο Χριστός λύτρωσε όλους μας με το πολύτιμο αίμα Του — και τον βοσκό και τον ευγενή — χωρίς εξαιρέσεις. Συνεπώς, δηλώνουμε πως είμαστε ελεύθεροι και θέλουμε να παραμείνουμε ελεύθεροι.
4. Είναι αντιχριστιανικό και αντίθετο με τον λόγο του Θεού το ότι ο φτωχός άνθρωπος δεν έχει δικαίωμα να κυνηγά θηράματα ή πτηνά ή να ψαρεύει. Όταν ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο, του έδωσε εξουσία πάνω σε όλα τα ζώα, τα πτηνά του ουρανού και τα ψάρια του νερού.
5. Οι ευγενείς έχουν καταλάβει αποκλειστικά τα δάση. Όταν ο φτωχός έχει ανάγκη από κάτι, πρέπει να το αγοράσει στη διπλάσια τιμή. Συνεπώς, όλα τα δάση που δεν αγοράστηκαν (δηλαδή τα παλιά κοινοτικά δάση που ιδιοποιήθηκαν οι άρχοντες) πρέπει να επιστραφούν στο χωριό, ώστε ο καθένας να μπορεί να ικανοποιεί τις ανάγκες του σε ξυλεία και καυσόξυλα.
6. Οι υπερβολικές καταναγκαστικές εργασίες που μας επιβάλλονται και αυξάνονται καθημερινά πρέπει να περιοριστούν στο μέτρο που εργάζονταν οι γονείς μας, σύμφωνα με τον λόγο του Θεού.
7. Η αριστοκρατία δεν πρέπει να μας αναγκάζει να εκτελούμε περισσότερες αγγαρείες απ’ όσες έχουν συμφωνηθεί (Ήταν σύνηθες οι άρχοντες να αυξάνουν μονομερώς τις υποχρεωτικές εργασίες των δουλοπάροικων).
8. Πολλά χωράφια δεν μπορούν να αποδώσουν αρκετά ώστε να καλύψουν το ενοίκιο που ζητείται. Τίμιοι άνθρωποι πρέπει να τα επιθεωρούν και να ορίζουν δίκαιο ενοίκιο, ώστε οι αγρότες να μην εργάζονται τζάμπα, διότι κάθε εργασία αξίζει την αμοιβή της.
9. Νόμοι θεσπίζονται συνεχώς για την επιβολή νέων προστίμων. Οι ποινές δεν επιβάλλονται ανάλογα με το αδίκημα αλλά με αυθαίρετο τρόπο. Κατά την άποψή μας, πρέπει να κρινόμαστε σύμφωνα με τον παλαιό γραπτό νόμο και τη φύση της υπόθεσης, και όχι κατά το δοκούν.
10. Πολλοί ευγενείς έχουν ιδιοποιηθεί λιβάδια και χωράφια που ανήκουν στις πόλεις (κοινοί χώροι που ανήκαν σε όλους τους κατοίκους). Ζητούμε να επιστραφούν και να ανήκουν ξανά σε όλους μας από κοινού.
11. Ο «φόρος θανάτου» (κληρονομικός φόρος) να καταργηθεί εντελώς, και ποτέ ξανά να μην λεηλατούνται ντροπιαστικά οι χήρες και τα ορφανά, αντίθετα προς τον Θεό και την τιμή.
12. Είναι απόφασή μας και τελική μας άποψη ότι, αν κάποιο ή κάποια από τα παραπάνω άρθρα έρχονται σε αντίθεση με τον λόγο του Θεού, θα τα αποσύρουμε, εφόσον αυτό μας εξηγηθεί με βάση τη Γραφή. Αν κάποια άρθρα μας έχουν ήδη παραχωρηθεί και αποδειχθεί αργότερα ότι είναι άδικα, τότε θα θεωρούνται άκυρα. Ομοίως, το παρόν υπόκειται στον όρο ότι, αν βρεθούν επιπλέον άρθρα εδώ γραμμένα που είναι ενάντια στον Θεό ή βλάπτουν άλλους ανθρώπους, αυτά επίσης θα θεωρούνται άκυρα.
Οι Ρίζες των Δώδεκα Άρθρων
Η Ομοσπονδιακή Τάξη (Bundesordnung) γνώρισε επίσης μεγάλη εκδοτική επιτυχία και πιθανότατα ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στους χωρικούς, καθώς παρείχε ένα πρότυπο για μια ομοσπονδιακή κοινωνική οργάνωση βασισμένη στον δήμο/κοινότητα. Διαπιστώθηκε ότι οι αγροτικές κοινότητες σε περιοχές όπως ο Μαύρος Δρυμός, η Αλσατία και η Φραγκονία είχαν οργανωθεί σύμφωνα με αυτό το πρότυπο.
Οι ρίζες των Δώδεκα Άρθρων παραμένουν αντικείμενο διαφωνίας. Ορισμένες πηγές τα αποδίδουν στον ηγέτη των χωρικών (Bauernkanzler) Βέντελ Χίπλερ (Wendel Hipler). Κατά κανόνα, ωστόσο, αποδίδονται στον μεταρρυθμιστή Σεμπάστιαν Λότσερ (Sebastian Lotzer) από το Μέμινγκεν, ο οποίος, σε συνεργασία με τον Κρίστοφ Σάπελερ (Christoph Schappeler), ενδέχεται να επεξέτεινε προϋπάρχοντα κείμενα.
Στις 16 Φεβρουαρίου 1525, περίπου 25 χωριά που ανήκαν στην πόλη Μέμινγκεν εξεγέρθηκαν και, δεδομένης της οικονομικής τους κατάστασης και της γενικότερης πολιτικής συγκυρίας, ζήτησαν από το δημοτικό συμβούλιο σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Τα παράπονά τους αφορούσαν θέματα όπως:
-
η δουλοπαροικία (καταναγκαστική εργασία),
-
το καθεστώς γης και χρήσης των δασών και των κοινοχρήστων,
-
καθώς και οι εκκλησιαστικές υποχρεώσεις.
Οι χωρικοί απαιτούσαν εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις. Η πόλη είχε συγκροτήσει επιτροπή από αγρότες και ανέμενε έναν εκτενή κατάλογο συγκεκριμένων αιτημάτων. Αντί αυτού όμως, οι χωρικοί παρέδωσαν μια ενιαία, θεμελιώδη διακήρυξη αποτελούμενη από δώδεκα άρθρα, κάτι εντελώς απρόσμενο.
Παρότι πολλά από τα αιτήματα αυτά δεν έγιναν δεκτά από το δημοτικό συμβούλιο, πιθανολογείται ότι τα άρθρα των ordines provinciales una congregati (οι αντιπρόσωποι της επαρχίας του Μέμινγκεν) αποτέλεσαν τη βάση για τις Δώδεκα Άρθρα της Ομοσπονδίας των Χωρικών της Άνω Σουαβίας, που συμφωνήθηκαν στις 20 Μαρτίου 1525.
Είναι επίσης πιθανό ότι τα αιτήματα του Γιος Φριτς (Joß Fritz), που διατυπώθηκαν κατά τη διάρκεια του κινήματος Bundschuh το 1513, επηρέασαν τα άρθρα των αντιπροσώπων του Μέμινγκεν και, κατ’ επέκταση, και τα ίδια τα Δώδεκα Άρθρα.
Ο Μαρτίνος Λούθηρος και τα Δώδεκα Άρθρα
Οι χωρικοί, καταπονημένοι από τα πολυάριθμα βάρη και καταναγκασμούς που τους επιβάλλονταν, είδαν στη στάση του Μαρτίνου Λούθηρου και της Γερμανικής Μεταρρύθμισης μια επιβεβαίωση ότι πολλά από αυτά δεν ήταν σύμφωνες με το θέλημα του Θεού.
Ωστόσο, ο Λούθηρος δεν ήταν ευχαριστημένος με τις εξεγέρσεις των χωρικών ούτε με το γεγονός ότι εκείνοι επικαλούνταν το όνομά του. Ίσως να αντιλαμβανόταν ότι οι ενέργειές τους θα μπορούσαν να βλάψουν τη Μεταρρύθμιση στο σύνολό της. Απευθύνθηκε στους χωρικούς καλώντας τους να διατηρήσουν την ειρήνη, αλλά έγραψε και στους ευγενείς, δηλώνοντας:
«Έθεσαν δώδεκα άρθρα, μερικά από τα οποία είναι τόσο δίκαια που σας ντροπιάζουν ενώπιον του Θεού και του κόσμου. Όμως σχεδόν όλα είναι υπέρ τους και δεν έχουν συνταχθεί με τον καλύτερο τρόπο. […] Είναι όμως αβάσταχτο να φορολογούνται και να καταπιέζονται οι άνθρωποι έτσι για πάντα.»
Τον Μάιο του 1525, ο Λούθηρος δημοσίευσε το σφοδρό του κείμενο «Κατά των φονικών, ληστρικών ορδών των χωρικών» (Wider die mörderischen und räuberischen Rotten der Bauern), στο οποίο τάχθηκε ανοιχτά υπέρ της γερμανικής αριστοκρατίας, καλώντας στην ολοκληρωτική καταστολή των εξεγερμένων, υπό τον φόβο ότι η εξέγερση θα ανέτρεπε τη θεϊκή τάξη.
Η απόφαση του αυτή πυροδοτήθηκε ιδιαιτέρως από τη λεγόμενη “Σφαγή του Βάινσμπεργκ” (Weinsberger Bluttat), κατά την οποία επαναστάτες χωρικοί υπό την ηγεσία του Γιάκλαιν Ρορμπαχ (Jäcklein Rohrbach) σκότωσαν τον υψηλό διοικητή Λούντβιχ Χέλφερικ, Κόμη του Χέλφενσταϊν, και μακέλεψαν τους ακολούθους του, αφού είχαν καταλάβει την πόλη και το κάστρο.
πηγή πληροφοριών: wikipedia